Saturday, May 12, 2012

ΣΤΟ ΜΠΑΡ ΠΟΥ ΤΟ ΛΕΝΕ "ΝΑΟ"...


Το περίφημο Temple Bar στο Δουβλίνο. Ένα από τα ωραιότερα μπαρ στον κόσμο. Βρίσκεται στην νότια όχθη του ποταμού Λίφφι, σε δρόμο πλακόστρωτο, σε κτίριο της εποχής του μεσαίωνα, σε μια περιοχή που θεωρείται "ο πολιτιστικός τομέας" της πόλης, και είναι διάσημη ανάμεσα σε ντόπιους και τουρίστες.

Είναι μπαρ για μπίρες. Και δή μπίρα Guiness. Ο,τιδήποτε άλλο επιλέξεις να πιείς, είναι "μισές δουλειές", και θα το διαπιστώσεις από το βλέμμα του μπάρμαν.

Η επιλογή του μπάρμαν στο Temple είναι ίσως δυσκολότερη διαδικασία από το να επιλέξεις μάνατζερ για μεγάλη τράπεζα - αν και μεταξύ μας, μακάρι να επέλεγαν τραπεζίτες με το ίδιο κριτήριο που επιλέγουν τον chief bartender στο Temple. Αρκεί να σας πω ότι ένα από τα κριτήρια επιλογής είναι "να είσαι γενναιόδωρος". Αληθινά, γενναιόδωρος, εννοείται. Όχι να δανείζεις δυο δεκάρες, και να αξιώνεις να σου επιστρέψουν πέντε.

Βρέθηκα, που λέτε,  στο μπαρ αυτό γύρω στα μέσα της δεκαετίας του '80, για ένα δημοσιογραφικό story για τον ΙΡΑ, τον Ιρλανδικό Δημοκρατικό Στρατό, που τότε ήταν στο φόρτε της δράσης του. Ένα βράδυ, πέρασα πέντε ώρες εκεί, πίνοντας μπίρες ασταμάτητα, με έναν άνθρωπο που ήταν στον ΙΡΑ, αλλά για δικούς του λόγους επέλεξε να βγει, και να αποσυρθεί.

Δεν έφυγε διωγμένος, ούτε και με πίκρα. Δεν μου είπε κανένα μυστικό. Δεν μιλήσαμε για κανένα πρόσωπο. Όλη η κουβέντα μας περιεστράφη γύρω από "ιστορίες και αγωνίες μιας ζωής" - αυτός ήταν, τελικά, και ο τίτλος του ρεπορτάζ μου.

Τι αναστατώνει την ψυχή του ανθρώπου; Τι την πληγώνει, και τι την γλυκαίνει; Ποιά είναι τα όρια του απεγνωσμένου; Πως εκδηλώνει την απόγωνήσή του; Πως αλλάζει την ζωή του;

Μιλήσαμε για τον Γκάντι, που "εξόντωσε" μια ολάκερη αυτοκρατορία χωρίς να πειράξει ούτε ένα μυρμήγκι της. Μιλήσαμε για τον Μαντέλα, που ήταν ακόμα στο Ρόμπεν Άϊλαντ, έγκλειστος, και κανείς μας δεν ήξερε τότε με πόσο μεγαλείο θα αντιμετώπιζε, με την απελευθέρωσή του, εκείνους που στέρησαν εκείνον και έναν ολάκερο λαό από το πιο πολύτιμο, της ζωής, αγαθό: την ελευθερία.

Δεν "καταλήξαμε" πουθενά στην κουβέντα μας με τον "Τζόννι" - έτσι μου είπε να τον λέω, έτσι τον έγραφα και στο ρεπορτάζ μου. "Κατάληξη" έχουν μόνο οι συνεδράσεις (καλύτερα, τα meeting!) των διοικητικών συμβουλίων εταιρειών μεγάλων, ή και εταιρειών που νομίζουν ότι είναι μεγάλες που, ακόμα και για "ανοικτά" ερωτήματα της ζωής και της υπάρξης,  θεωρούν πως πρέπει να λαμβάνονται αποφάσεις (βλέπε: decisions), να αποτυπώνονται διαδικασίες (βλέπε: procedures), και να εκτελούνται (που, σε όποια γλώσσα και αν μεταφράσεις, κάτι σκληρό μυρίζει...).

Είχε περάσει η ώρα, που λέτε. Το καμπανάκι είχε κτυπήσει ήδη τρείς φορές, ο κόσμος ήπιε τις τελευταίες αγχωμένες γουλιές του, και έφυγε κακήν-κακώς. Το Temple έκλεισε, και ο γενναιόδωρος chief bartender, που τον έλεγαν Shaun, θυμάμαι, σφράγισε τη πόρτα, τράβηξε τις κουρτίνες και μας είπε stay. Η "γενναιοδωρία" του, που δεν την διαθέτει κανένα "στελεχος", του έλεγε ότι εκείνο το βράδυ, ένας ξένος δημοσιογράφος και ένας ντόπιος που τον φώναζαν "strange man", και που, όπως έμαθα, τον καταζητούσαν τα forces, δηλαδή "οι δυνάμεις", φαίνεται πως συμφωνούσαν πώς για να ζήσεις, μπορεί να χρειαστεί να πεθάνεις, αλλά ποτέ να σκοτώσεις. Και ήθελε να τους κεράσει και τους δυο...

No comments:

Post a Comment