Wednesday, March 4, 2015

ΕΓΩ, Ο ΚΛΟΟΥΝ



Έπινα! Διότι ήρθε κάποτε η στιγμή που δεν άντεχα άλλο το χαμόγελό μου κι ήθελα να το πνίξω.

Εσύ, χειροκροτούσες ακόμα από κάτω. Γιατί; δεν ξέρω.

Τα παιδιά βαρέθηκαν τις αστείες γκριμάτσες και τα άγαρμπα στραβοπατήματά μου στον μουσαμά, κι έφυγαν από πολλού. Σκόρπισαν. Βρήκαν πιο διασκεδαστικά πρόσωπα έξω. T’ ανεβάζουν στο facebook και στο YouTube, γελάνε με τη ψυχή τους, και τα μοιράζονται με φίλους, γνωστούς κι αγνώστους, που’ναι μίλια μακριά. Δεν έχει πια νόημα ένα τσίρκο. Που να πάει;

Ώσπου να διπλώσουμε τα πλυμένα χαμόγελα, να πακετάρουμε τα χιλιοφορεμένα μας αστεία και να ξεκινήσουμε την άλλοτε μαγική μας γύρα από χωριό σε χωριό, πόλη σε πόλη, χώρα σε χώρα, κάποτε κι από ήπειρο σε ήπειρο, η ιστορία μας έχει ειπωθεί χιλιάδες φορές αλλού και από άλλους. Επαναλαμβανόμενη άσχημα, σα δισκάκι πούχει κολλήσει στο χράτς.

Και όχι σε τέντα πια. Αλλά στον καναπέ. Επάνω στα γόνατα.

Κι’ όμως. Χμ…

(Δάκρυ φεύγει εδώ, μη δίνεις σημασία)

… θυμάσαι που το’κανα κάποτε κι αυτό; Που πήρα ένα παιδί που καθόταν στις μπροστινές θέσεις με μάτια γουρλωμένα, και το’βαλα πάνω στα γόνατά μου, σαν λάπτοπ πριν καν αυτά εφευρεθούν, λέγοντάς του μέσα από τις λυπημένες και χαρούμενες γκριμάτσες μου ιστορίες που δεν είχαν ειπωθεί ποτέ; Θυμάσαι, Μαρία;

(Κάνε μου έστω ένα νεύμα με το κεφάλι να καταλάβω ότι μ’ ακούς, ότι με συμμερίζεσαι…)

Έλεγα ανέκδοτα χωρίς να βγάζω φωνή, και γέλαγαν πηγαία οι άνθρωποι. Τραγουδούσα με σφαλιστά τα χείλη μου. Θύμωνα με τα φρύδια. Ερωτευόμουν με τα μάτια. Τσακωνόμουν με το βλέμμα. Απελπιζόμουν τινάζοντας απότομα το κεφάλι μου πίσω.

Τόσο πολύ πίσω, που αναγκαζόμουν με το τίναγμα να κάνω κι ανάποδη τούμπα, μαζί με το παιδί που είχα στα γόνατα σαν λάπτοπ και, ως δια μαγείας, αυτό συνέχισε, αν και ιπτάμενο, να είναι συνδεδεμένο μαζί μου. Το παιδί. Να με νοιώθει, να με καταλαβαίνει. Και να μ’ αγαπά.

Έτσι εφευρέθηκε το wi-fi Μαρία! Από τις ανάποδες τούμπες μου, αποσυνδέοντας το παιδί από τα γόνατα αλλά κρατώντας τη σύνδεση ολοζώντανη. Ήμουν ένας wireless clown, που επέτρεπα σε εκατοντάδες θεατές κάθε βράδυ να συνδεθούν ελεύθερα μαζί μου και να δει ο καθένας με τα δικά του μάτια ό,τι θέλει.

Ήρθε μέρα όμως που το τίναγμά μου προς τα πίσω ήταν τόσο δυνατό (δεν ξέρω γιατί, δεν θυμάμαι ποια αντάρα μέσα μου με είχε αναστατώσει ή παρασύρει), που έχασα τη σύνδεση με το παιδί, πέταξε, χάθηκε.

Τα γόνατά μου κρύωσαν, σου’πα «έλα» αλλά ήσουν σκυμμένη πάνω από το λάπτοπ και μου’κανες «άσε, όχι τώρα».

Βγήκα έξω να γυρέψω κάτι καινούργιο να παίζω. Ανακάλυψα μια σβούρα. Ένα πινέλο. Ένα φτερό βουτηγμένο σε μελάνι κόκκινη. Μια μελωδία του δέντρου. Ένα άλογο άσπρο από σκάκι. Ένα βραχιόλι του νερού. Χείλη κόκκινα.

Κάπως έπρεπε να τα συνθέσω όλ’ αυτά, να δημιουργήσω κάτι καινούργιο, μη με βρει απροετοίμαστο το ακροατήριο. Εκείνο που γέλαγε με τις γκριμάτσες μου και που γλυκαινόταν όταν δάκρυζα.

Πίστευα πως κάτι ακόμα είχα να πω, αλλά δεν το ένοιωθα στ’ αλήθεια. Έπινα. Έπινα, για να βγω επιτέλους από τον ρόλο μου, που τόσο συνήθισα, αυτάρεσκα, και με την θλιβερή γοητεία ενός ξεπεσμένου νάρκισσου…

Είδα μια θέση αδειανή, πέμπτη σειρά πριν από το τέλος, δεξιά στο διάδρομο, και την έπιασα. Κάποια στιγμή, σκέφτηκα, θα ανοίξουν οι κουρτίνες και τα μικρόφωνα και δεν θα είμαι αυτή τη φορά στη σκηνή. Ούτε εγώ, ούτε το βλέμμα μου, ούτε τα νοήματα

Το πέταγμα του παιδιού, επώδυνο στην αρχή, μ’ απογείωσε και μένα σιγά-σιγά. «Το βοήθησα να πετάξει», ψιθύριζα μέσα μου, και πόσο χαιρόμουν δεν μπορώ να σου πω, ούτε με τα τραγούδια, ούτε και με τις σιωπές μου.

Τότε, άνοιξαν πάλι τα δικά μου φτερά – στα γράφω όλ’ αυτά και στ’ αφήνω κάτω από το τελευταίο μου μπουκάλι, σημείωμα. Τη στολή, καν’τη ό,τι θες. Αν προσέξεις, η αριστερή της γροθιά είναι κάπως σφιγμένη.

(Αποφασιστικότητα, λες;)


Φόρεσα κουστούμι, πρώτη φορά, και βγήκα σιγά από το τσίρκο. Οριστικά. Η Μαρία μιλούσε χαρούμενα με το παιδί στο Skype!

(*) Κομμάτι μου που δημοσιεύτηκε στο protagon.gr

1 comment: