Saturday, October 27, 2012

ΑΧ, ΜΗΤΡΙΔΑ ΜΟΥ ΓΛΥΚΕΙΑ!...

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΛΙΓΝΟΥ

Τόσα χρόνια την λέγαμε πατρίδα. Κι όμως κάναμε λάθος. Ζούσαμε με τη μητρίδα.
Η μητέρα είναι αυτή που μας έδωσε τό πρώτο φιλί αλλά και το πρώτο σκαμπίλι. Μας καμάρωσε όταν λέγαμε το ποίημα στο σχολείο. Αυτή διαμαρτυρήθηκε στην κυρά δασκάλα γιατί αυτή  μας μάλωσε, αλλά εμείς δεν φταίγαμε. Μόνο εμείς και εκείνη ξέραμε ότι εγώ και η αδελφή μου είχαμε πάρει μέρος στην αταξία. Εκείνη όμως μας είχε συγχωρήσει κιόλας.

Η μητέρα πήρε για λογαριασμό μας την άδεια απο τον πατέρα να πάμε εκεινη την εκδρομή. Μας έδωσε λίγο παραπάνω χαρτζιλίκι «ξεγελώντας» κατ ουσίαν τον πατέρα, που ίσως καταλάβαινε, αλλά δεν ήθελε να ξέρει. Εκείνος περιοριζόταν σε γενικές διακυρήξεις. Η μητέρα του έδινε δίκιο, όταν όμως αυτός κοιτούσε αλλού μας ένευε να μην μιλήσουμε.


Η μητέρα αγκαζάρεψε τον πατέρα να έλθουν να μας δούνε στην κατασκήνωση. Στην αγκαλια της τρέξαμε πρώτα.

Η μητέρα μας έφερε φαγητό στο πρώτο επισκεπτήριο στο κέντρο εκπαιδεύσεως.  Κι αυτή πάλι πήρε τηλέφωνο το θείο τον Λάκη συνταγματάρχη οικονομικού να δεί αν μπορεί να με φέρει κοντά. Κι αυτός αφού της είπε «αστον να γίνει άντρας» στο τέλος της έκανε το χατήρι. Μια μάνα  έχει πάντα δικαίωμα να ζητά το καλύτερο για το παιδί της. «Μου τάχει πρήξει η ξαδέρφη μου » είπε εκείνος στον συναδελφό του στην μεραρχία.. «Ξέρεις πώς είναι οι γυναίκες».
Αργότερα έμαθα πως δεν ήταν και τόσο κοντινή η συγγένεια, Στο σχολείο ο θείος Λάκης την είχε λίγο σαν επίσημη συνοδό, για να ζηλεύουν οι φίλοι του.
Ήταν νόστιμη στα νιάτα της η μητέρα  μου. Της άρεσε και ο θείος Λάκης, αλλά μεχρις εκεί.

Η μητέρα με καμάρωνε, μου έκανε όλα τα χατήρια και μούλεγε «Να σε δώ να μεγαλώσεις, να με συνοδεύει και εμενα  ένας λεβέντης».
Όλα αυτά τα χρόνια ο πατέρας ήταν απών. Μαζί του και η πατρίδα. Θυμάμαι κάποιο στιγμή που εκείνος θύμωσε. Πότε θα γίνεις υπεύθυνος; «Σιγά ρε πατέρα»  του  είπα. «Μήπως εσύ δεν έκανες του κεφαλιού σου». Κι αυτός κάτι μουρμούριζε αλλά τόχε συνήθειο να μην τσακώνεται.

Ο πατέρας πέθανε πέρισυ.  Εγώ απολύθηκα σαν προστάτης. Η μάνα μου δεν έχει τώρα διάθεση να την πάω έξω. Λυπάται για τα χρόνια που έχασε ο κακομοίρης ο Θανάσης, ο πατέρας μου,  για εμένα και την αδελφή μου. Τα χρέη μας εχουν πνίξει ξαφνικά.
Ενα πρωί μου είπε ορθά  κατάμουτρα. «Δεν  σας μοσχανάθρεψα.  Σας κακόμαθα.  Τα λούζομαι τώρα».
Η μητρίδα κουράστηκε. Πονάω για την μητέρα. Ηλθε η ώρα όμως να  φιάξω μια πατρίδα και να την προσφέρω εγώ στους άλλους.
Την πατρίδα που αγνόησα και θεωρούσα δεδομένη.

ΜΑΙΚΗΝΑΣ κατά κόσμον Γιώργος Λιγνός

No comments:

Post a Comment