Monday, August 5, 2013

"ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ", ΠΑΛΙ ΕΔΩ...

Καλημέρα και καλή εβδομάδα.

Η "εκπομπή" μας αρχίζει με το γνώριμό της "κλασικό ξεκίνημα", που όμως σήμερα είναι "γνώριμο" μόνο κατά μελωδία, και όχι κατά εκτέλεση. Όλα αρχίζουν παραδοσιακά, όπως και οι γάμοι. Αλλά ένας από τους 4 οργανοπαίκτες, ...., δείτε το!
 



Αυτό ήταν!
Κι εδώ είμαστε. Μέσα στο κατακαλόκαιρο, μήνα Αύγουστο που όλα, ή σχεδόν όλα, κατά έναν υπέροχο, παραδοσιακό τρόπο και αυτά, παίρνουν άδεια από τους συνηθισμένους ρυθμούς της ζωής και ... αφήνονται.

Αυτοί οι μήνες, οι ζεστοί, στην θερμοκρασία μα και στην αγκαλιά τους, είναι οι μήνες όπου ζούμε έξω. Ακόμα και σπίτι να είμαστε, σέ ένα μικρό διαμέρισμα στο πιο αποπνηκτικό μέρος της πόλης, έξω καθόμαστε. Μέσα, είναι η άλλη μας εποχή. Εκείνη που αφήσαμε πίσω, και θα την συναντήσουμε ξανά όταν κρυώσουν οι αγκαλιές του Ιουλίου, του Αυγούστου και του Σεπτεμβρίου. Εκεί μέσα, στην άλλη εποχή, και η τηλεόραση. Ανοικτή, απροσάρμοστη, με τα συνηθισμένα της. Και εμείς, απ' έξω. Εξ αποστάσεως.

Έτσι, είναι κάπως πιο ανεκτικές οι ειδήσεις...

 


TV Screen. Μουσική Γκόραν Μπρέγκοβιτς. Τραγούδι Ίγκι Ποπ. Από την ταινία Arizona Dream.


Χθες, κυριακάτικα, έκανα μια βόλτα στο κέντρο της Αθήνας. Όταν εγώ λέω "κέντρο", εννοώ από το Σύνταγμα και κάτω. Ερμού ως το τέρμα, Θησείο, Γκάζι, Βοτανικός, Πειραιώς, Ομόνοια, 3η Σεπτεμβρίου, Πολυτεχνείο, Μουσείο, Πεδίον του Άρεως, Αλεξάνδρας, ως εκεί!


Μεγάλη βόλτα, ολόκληρη ιστορία. Θυμήθηκα τα χρόνια των μεγάλων συγκεντρώσεων που μας ανέθεταν στην σφύζουσα, τότε, σήμερα κλινικά νεκρή, "Ελευθεροτυπία", να περπατήσουμε "όλη την Αθήνα", ανάμεσα στους συγκεντρωμένους, και να προσπαθήσουμε να τους μετρήσουμε "ανά τετραγωνικό".

Έτσι προέκυπτε κάθε φορά, μαζί και με τις εκτιμήσεις της αστυνομίας, το «ένα εκατομμύριο κόσμος σήμερα» στον Καραμανλή, στον Παπανδρέου, και από «μισό εκατομμύριο πλήθος»¨στους υπόλοιπους. Ταρίφα! Στα κουτουρού…
Κάποιοι συνάδελφοί μου έπαιρναν στα σοβαρά την συγκεκριμένη ... δημοσιογραφική τους αποστολή. Εγώ, ποτέ! Όχι πως ήμουν απείθαρχος ή μάγκας, αλλά να: όπως περπατούσα, χάζευα.

Παρατηρούσα τους ανθρώπους. Ποτέ δεν τους μετρούσα. Έβλεπα τις φάτσες τους και έπλαθα σενάρια για τον καθένα. Έλεγα για μία, "αυτή θα πρέπει να έγινε Κνήτισσα επειδή είναι άσχημη". Και πολλές φορές, αυτό το χάζεμα, αυτή η μυθοπλασία, με οδηγούσαν στο να κάνω πραγματικό ρεπορτάζ και όχι ... τοπολογία!

Την πλησίαζα, όντως, την κοπελιά και τη ρωτούσα "συγγνώμη, πως γίνατε ΚΝΕ;". "Εσύ τι είσαι;" αντι-ρωτούσε εκείνη. Κι αφού της έλεγα (εποχή που το "δημοσιογράφος" σου άνοιγε πόρτες, δεν τις έκλεινε στα μούτρα σου), μου εξηγούσε. Όπως μου εξηγούσε...

Και διορθώνονταν, τότε, πολλές προκαταλήψεις και εμμονές μου, άρχισα ν' αγαπώ τις φάτσες, και τις σημαίες τους…
Ομοίως, περπατώντας τις συγκεντρώσεις, από την μία άκρη της Αθήνας ως την άλλη, έφτανα στα σημεία "συγκέντρωσης" όλων των πούλμαν που κουβαλούσαν οπαδούς απ' όλα τα μέρη της χώρας. Εκεί, στον γλυκό απόηχο των λαϊκών αλαλαγμών, έπιανα κουβέντα με τους οδηγούς, ρωτώντας τους πράγματα όπως "τι έλεγαν αυτοί της Νέας Δημοκρατίας που φέρατε σήμερα απ’ τη Νεμέα;". Ή, "τραγουδούσαν καθόλου;", "τι τραγούδια έλεγαν;", "υπήρχε καθοδηγητής;", "τους απασχολούν ιδιαίτερα πολιτικά προβλήματα;".

Χμ! Οι οδηγοί των πούλμαν ήταν πάντοτε οι καλύτερές μου πηγές. Γενικά, οι οδηγοί, όποιου μέσου, σε όποια χώρα του κόσμου, είναι η χαρά κάθε δημοσιογράφου. Λαλίστατοι. Παντογνώστες. Και, φυσικά υπερβολικοί. Μου έλεγαν πράγματα απίθανα, που όμως τελικά αποδείχτηκαν λιγότερο απίθανα από εκείνα που έλεγαν "τα μπαλκόνια" στους επιβάτες τους...

Κάποτε, θυμάμαι, έπεσα πάνω σε έναν Νεοδημοκράτη "πουλαντζή" που έφερε κόσμο από το Κιλκίς για συγκέντρωση του Ανδρέα Παπανδρέου. Μου είπε πως πλακωθήκαν μεταξύ τους οι ΠΑΣΟΚοι, κάπου κοντά στον Άγιο Κωνσταντίνο, και αυτός κατέβασε τρεις "για να φέρω την τάξη στο πούλμαν μου".

Παραμύθι μεγάλο. Αλλά και ωραίο! Σαν εκείνα που πλημμύριζαν τα μπαλκόνια, και έφταναν ως μουσικές εξαίσιες ή ευωδίες υπέροχες, σαν τους αγιορείτικους βασιλικούς τώρα το καλοκαίρι, στο πλήθος που παραληρούσε από κάτω.
Πόσες και πόσες φορές δεν φαντάστηκα, ή δεν είδα, σ' εκείνες τις τεράστιες δημοσιογραφικές μου βόλτες, απ' όλα τα μπαλκόνια της Αθήνας, αντί για θιάσους πολιτικούς, να κρέμονται βασιλικοί, και δυόσμοι, και γεράνια, και γιασεμιά, και να ευωδιάζουν τον τόπο και τους ανθρώπους του;
Παρατηρούσα το πλήθος κινούμενος μέσα σ' αυτό αλλά με αντίθετη φορά. Αν ανέβαιναν τη Σταδίου προς το Σύνταγμα, εγώ κατέβαινα προς Ομόνοια. Με βόλευε να τους σταματώ για να μιλάμε, παρά να τους ακολουθώ και να τα λέμε. Περπατώντας μαζί, κινδυνεύεις να εγκλωβιστείς από την φλυαρία ενός, ή λίγο περισσοτέρων. Κόβωντάς τους, όμως, τη ροή, για να τους κάνεις μιαν ερώτηση, έβρισκα ότι συνήθως απαντούσαν πιο γρήγορα, και οπωσδήποτε επί της ουσίας. Έφευγαν βιαστικά, για να μη χάσουν τη παρέα.
Με αυτό τον τρόπο λοιπόν, είχα πάντοτε "μεγαλύτερο δείγμα" από τους συναδέλφους μου, δεν μετρούσα ποτέ τους συγκεντρωμένους, και πάντοτε πήγαινα αντίθετα.
 


Διονύσης Σαββόπουλος. Οι Εκλογές Μαντινάδα, από τη Ρεζέρβα του.

No comments:

Post a Comment