Saturday, May 21, 2011

ΟΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΙ, ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΕΝΕΣ ΜΟΥ

Παράξενο πράμα συμβαινει με τους Κωστηδες και τις Ελένες μου. Οπως λέει κι ο Νταλάρας σ' ένα τραγούδι του Μαχαιρίτσα, "αυτοί που φύγαν, να με καλούν σε πάρτι, και αυτοί που ζούν, να μου λείπουν πιο πολύ".


Τους μνημονευω, και τους αγαπώ όλους, άτακτα, κι ανάκατα!


Θυμάμαι τον Κωστή. Τον Δάσκαλο, τον Κολώτα. Δεν μπορω να τον ξεχάσω. Μικρής διάρκειας ηταν η γνωριμία μας. Αλλά μου χάρισε την απλή, μα και τοσο βαθιά σοφία του, απλόχερα. Οι μικρές, τηλεφωνικές ανταποκρίσεις του στην εκπομπή μου "Ο Καθρέφτης", στον Σκάι, υπό τον τίτλο "Ο Δάσκαλος της Κύπρου", έχουν μείνει στη μνήμη πολλών ακροατών, και ακόμα μου τις αναφέρουν. Η ιστορία του για την γριούλα (κοτζάκαρη) από την Πάφο, που του είπε μια φορά "έτο γιε μου, περιμένω νάρτει ο γέρος μου την λυχναφή ώρα", εννοώντας την ώρα μεταξύ δειλινού και εσπερινού, που ανάβανε τους λύχνους στον δρόμο, ακόμα συζητείται σε  πολλά μπλογκς. Διάβαζε τη στήλη μου στην "Ελευθεροτυπία" (που, παραδόξως πώς, εξέπνευσε σχεδόν την ίδια στιγμή που εξέπνευσε κι ο Κωστής!), και μου έκανε σχόλια και παρατηρήσεις. Κυρίως για "την κατάχρηση των λέξεων". Ηθελε να είμαι "πιο λιτός". Κι έλεγε: "Να διαβάζεις, και να ξαναδιαβάζεις τα κείμενά σου πρίν τα παραδώσεις. Μην αφήσεις τίποτα για τους διορθωτές. Μην επιτρέψεις ποτέ σε κάποιον να πεί ότι το κομμάτι σου είναι μεγάλο. Σε τρία πράγματα να κάνεις οικονομία στη ζωή: στο φαηγτό που δεν επιθυμάς, στη γυναικα που δεν εμπιστευεσαι, και στις λέξεις που ξέρεις ότι περισσευουν". Α, ρε Δάσκαλε. Νάσουν εδω τώρα...

Ο νονός μου, Κώστας Χ., από τους πρώτους Ελληνες που μετανάστευσαν, αρχές δεκαετίας του 50, στην Αφρική. Συγκεκεριμένα, στη Ροδεσία, την σημερινή Ζιμπάμπουε. Ηταν, επίσης, ο πρώτος λευκός που πάτησε το πόδι του στο Mount Darwin, την κωμόπολη (μάλλον χωριό, αλλά το ... μεγαλοποιώ), στη βορειοανατολική Ροδεσία, όπου έζησα τα πρωτα χρόνια της ζωής μου. Τον έλεγαν Chimimba στα μαύρικα - που πάει να πεί "χοντρός". Πολύ χοντρός. Ό,τι έβλεπα πάνω του, κρεμότανε! Αλλά είχε ψυχή χρυσάφι. Δεν θυμάμαι άνθρωπο που να μήν τον αγαπούσε - εκτός ίσως από την ίδια του την γυναικα. Την Λούλα, την αδερφή του πατερα μου. Της τον σέρβιραν "έτοιμο για παντρειά". Δεν τον ηθελε, τέτοιον ογκόλιθο. Ηταν παιδούλα εκείνη, μεσήλικας και τεράστιος ο Τσιμίμπα. Με αγαπούσε πολύ εμένα. Με επιδείκνυε παντού. "Αυτός", έλεγε, "ειναι ο γιος που θά ηθελα να έχω". Δεν τον χώνεψε ποτέ η μάνα μου. Ισως για τούτο. Ο Κώστας, αισθανόμενος ότι η γυναικα του απλώς τον ανεχόταν, αγάπη ζητούσε και τη βρηκε σε μια μαυρούλα που, απ' ό,τι ξέρω από επιστολές, την ερωτεύτηκε κανονικά.  Καρπός εκείνου του έρωτα, ένα κορίτσι που το έλεγαν "Κάνα", και ηταν πανέμορφο. Την αναζητώ, και νομίζω πως ειμαι στα ίχνη της. Κάπως, συγγενεύουμε. Και νοιωθω πως δικαιούται να μάθει για τον πατερα της. Ιστορία για μυθιστόρημα.

Ο Κώστας ο ξάδερφος. Γιος της Θέκλας, αδερφής του πατερα μου. Μάς βάφτισαν και οι ίδιοι άνθρωποι - ο Κώστας και η Λούλλα. Τον θυμάμαι περισσότερο ως παιδί, παρά ως μεγάλο. Ειναι 5-6 χρόνια νεώτερός μου, σπουδαίος επιστημονας σημερα, ζει και εργάζεται στην Αμερική. Χαθήκαμε, γενικώς. Ξαναβρεθήκαμε μεσα σε μια αναμπουμπούλα θανάτων, σε ταραγμένα απόνερα. Μου μένει, όμως, μια χαρά μεγάλη που, εκεί που ειναι, αναζητά τον Παπάζογλου, τον Ρασούλη και την Δημουλά. Τελικά, όντως, κάτι πάντα μένει όρθιο.

Ο Κώστας ο Ζάμπογλου. Πατερας του Νίκου και της Δεσποινας. Ο πρωτος, και ίσως ο μόνος, άνθρωπος που ένοισα και εγω ως τέτοιον, μετα τον χαμό του δικού μου πατερα. Θυμάμαι έναν άνθρωπο "'άκοπο". Δηλαδή, αυτό που έβλεπες, αυτό ήταν. Ωραιος, και ακατέργαστος - δηλαδή, ντόμπρος και καθαρός. Μίλαγε λίγο, έλεγε πολλά. Τον γνωρισα στα πιο δύσκολά μου χρόνια - μόλις έχασα τον πατέρα μου. Ηταν ο πρωτος άνθρωπος που με ειδε ώς "ταραγμένο έφηβο" και όχι ώς "βρε το καυμένο το παιδί". Με συμβούλευε. Με καθησύχαζε. Μου έδινε κουράγιο και στόχο. Μιλούσαμε ώρες ατέλειωτες στο "εργαστηρι" του, στη Βραγαδίνου, της Τζαμούδας, στη Λεμεσό, όποτε πηγαινα εκεί για διακοπές. Έφτιαχνε κουφετες για γάμους και για κηδείες. "Το ίδιο είναι", έλεγε μεταξύ σοβαρού και αστείου. Οταν πέθανε, πέθανε και ένα κομμάτι του εαυτού μου.

Ο Κωνσταντίνος, ο εγγονός του, γιος του φίλου μου του Νίκου. Τον ξέρω λίγο, αλλά τον γνωρίζω πολύ. Ειναι το "Ελληνο-γερμανάκι" της οικογένειας και, όπως λέει και το τραγούδι, "το καλύτερο παιδί". Τελειωονοντας το γυμνάσιο στη Γερμανία, ηρθε εδω, στην Ελλάδα, για δύο χρόνια "ελεύθερης διαβίωσης" προτου πάρει τον νέο δρόμο των σπουδών του. Φοίτησε - έτσι για να μπεί στο "ελληνικό πνευμα" - στη δημοσιογραφική σχολή του "Αντέννα", από την οποία, ευτυχως, δεν πήρε όσα θα τόν έκαναν, ίσως, να σκεφτεί να ακολουθησει αυτόν τον κλάδο. Ο Κωνσταντίνος γυρισε στη Γερμανία, και θα γίνει, όπως κι ο πατερας του, σπουδαίος γιατρός. Το μόνο του "ελάττωμα", όμοιο και με εκείνο όλης της φαμίλιας, ειναι ότι ειναι ΑΕΚτζης. Χρόνια πολλά Κωνσταντίνε μου.

Ο Βαρκαδούλης μου! Ο σίφουνας. Ο ανεμοστρόβιλος. Υπαρχουν φάσεις στη ζωή μου που κρύβομαι μη με παρασύρει. Πάντα, όμως, ευγνομονω τις συμπτώσεις (ένα συνέδριο στη Κρήτη για τά μίντια) που ένωσαν τους δρόμους μας. Πονεμένος ΑΕΚτζής και αυτός. Η μοίρα μου ειναι να συνδέομαι με ... απεγνωσμένους;

Η Ελενα. Ξέρω πολλές, αλλά όλες είναι "γνωστες". Αυτή, είναι φίλη. Τα παιδιά μας γεννηθηκαν στην ίδια κλινική, με μια μέρα διαφορά. Αυτή η σύμπλευση έμοιαζε προδειαγεγραμένη από τον καιρό των σπουδών στο Canterbury, όπου γίναμε φίλοι. Ισως να φταιει και το ελληνικό τραγούδι. Μια νυχτα μπουάτ, όπου σμίξαν οι φωνές όλων μας. Και οι γραμμές μας επίσης, όπως λέει και ο Πορτοκάλογλου. Ο Γιωργος της, ειναι σαν αδερφός μου. Ο Νικόλας κι ο Στεφανος, παιδιά μου. Χιλιόχρονη. Αλλά, σε παρακαλώ, κόψε το κάπνισμα!

Η Ελένη, του Χρηστου. Πόσα καλοκαιρια! Τα παιδιά μας. Εμείς. Η αρχη της καριέρας μας. Η αίσθηση ότι τίποτα δεν μπορεί να πάει λάθος. Τα σάντουιτς στη παραλία της Μυκόνου. Οι ατέλειωτες αναλύσεις μας. Πολύ ποτό, επίσης. Ο Αλέξανδρος, ο Μιχάλης, η Εβίνα, η Χριστίνα, ..., εμείς μέιναμε στον έναν. Ελένη, πολύ σ'αγαπάμε.

Ο Κωνσταντίνος της Λευκωσίας. Τίποτ' άλλο επί του παρόντος. Μόνο αυτό. Στη μέση ηλικία, οι φιλίες δεν έρχονται εύκολα. Εάν έρθουν, όμως, είναι δυνατές. Χρόνια πολλά. Νασαι καλά. Μη φοβάσαι τίποτα. Θα τα καταφέρεις.

Ο άλλος Κώστας, που μου τον σύστησε. Χρονια πολλά από καρδιάς.

Η μητερα του παιδικού μου φίλου, του Πάμπου, που δυστυχως δεν ζεί πιά. Ηταν, νομίζω, η πρώτη Ελένη που γνωρισα στη ζωή μου. Δεν την ξεχνω ποτέ. Στο πρόωσπό της είδα πρώτη φορά, αυτό που λέμε "πόνο της μάνας".

Ελένη - η "νέα εξαδέρφη" από τον Καναδά. Ισως το πιο χαμογελαστό και καλωσυνάτο προσωπο όλης της οικογένειας. Οσοι της ευχονται σημερα, ξέρω ότι θα της λένε "αντε και μ' έναν καλό γαμπρό". Τους εκλιπαρώ: "αφηστε την Ελένη ήσυχη - μόνο εκείνη ξέρει πώς και πότε".

Η μικρότερη Ελένη της οικογένειας - από Κύπρο μεριά. Ειμαι κάτι σαν θείος της. Για την γιορτή της σημερα, θα της χάριζα το "δεν ξέρω τι να παίξω στα παιδιά" του Σαββόπουλου. Ουτε εκείνη, ούτε εγω καταλαβάινουμε...

Η Λένα του σχολείου! Ενας δεσμός που ποτέ δεν κατάλαβα πώς δημιουργηθηκε και πως διακόπηκε. Θυμάμαι μόνο το πιο χαμογελαστό και καθαρό πρόσωπο που γνωρισα ποτέ μου. Και μια ψυχή που ξεχείλιζε από καλωσύνη. Εγω της είπα "να τελειωνουμε". "Μη στενοχωριέσαι", απάντησε, και έφυγε με δάκρυα.

Αν ξέχασα κάποιους, ζητώ συγγνωμη. Ειναι αργα. Αυριο θα τους θυμηθω και θα τους αποζημιώσω. Χρόνια πολλά σε όλους.

3 comments:

  1. Μας συγκινεις πρωϊνιάτικα
    και με την Λένα του σχολείου και με την Κάνα.
    Η Λένα το αιώνιο κορίτσι που παντα γυρεύαμε και παντα διώχναμε.
    Η Κάνα πάλι η αιώνια κόρη, που αναγκάζεται να γίνει γυναίκα αφού η ζωή δεν της επιτρέπει να είναι κόρη.
    Ρόλοι που δίδονται και πέρνονται μονομιάς.
    Ασε σου λέω μας συγκίνησες πρώι πρωί

    ReplyDelete
  2. Το έγραψα αργα το βραδυ, χθες. Μάλλον ξημερώματα. Απόλυτη ησυχία. Ενα καλό κρασί. Κάποια μπαρόκ κομμάτια του Τεσσαρίνι, που τώρα ανακάλυψα. Ολα μαζί, ίσως, μου φέραν μπροστα μου, επισκέπτες, τους αγαπημένους, εν ζωή ή όχι, εορτάζοντές μου.

    Να' σαι καλά Γιώργο.

    Αναφερομαι συχνα στο blog σου www.maecenas.capitalblogs, και μου αρέσει που ακροατές ζητούν να τους επαναλάβω τη διεύθυνση. Μεγάλη απήχηση ειχε το θυμωμένο, ορθώς, "Σας βαρεθήκαμε όλους".

    ReplyDelete
  3. Σε ευχαριστώ Χρήστομου για τα καλά σου λογια. Σε διάβαζα απο παλιά και μου άρεσε ο ήπιος και ευγενικός τόνος σου

    ReplyDelete