Monday, June 9, 2014

Ο Θ.ΠΑΓΚΑΛΟΣ ΒΛΕΠΕΙ "ΘΕΣΜΙΚΟ ΚΙΝΔΥΝΟ" ΣΤΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΚΑΘΡΙΣΤΡΙΩΝ

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος, στο άρθρο αυτό, αγγίζει ένα θέμα που λίγοι θα το επιχειρούσαν. Κρίνοντας μία δικαστική απόφαση, αυτήν που δικαιώνει τις καθαρίστριες του Δημοσίου που απολύθηκαν και που ζητά την επαναπρόσληψή της, θέτει το ερώτημα του κατά πόσο η Δικαιοσύνη μπορεί και επιτρέπεται να στηρίζει μια απόφασή της σε σκεπτικό το οποίο, κατά τον κ. Πάγκαλο, έχει σαφή πολιτική τοποθέτηση και προσανατολισμό. Το αρθρο δημοσιεύτηκε στο "Βήμα" και στο www.pangalos.gr

Στις μέρες που ακολούθησαν την 21η Απριλίου του 1967, εκατομμύρια Ελληνες διαπίστωσαν με τρόμο ότι δίπλα στα ενεργούμενα της στρατιωτικής χούντας που είχαν καταλάβει ένοπλοι δημόσια κτίρια, δρόμους και πλατείες κυριαρχούσε ένα παράξενο είδος συμπαραστάτη. Πρόεδρος της προσωρινής κυβέρνησης ήταν ένας εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο διαβόητος Κόλλιας. Υπουργοί σε βασικά υπουργεία βαθμιαία αναλάμβαναν αρεοπαγίτες και άλλες σημαντικές θέσεις άλλοι δικαστικοί, στον βαθμό που το καθεστώς εμπέδωνε την εξουσία του: νομάρχες, διορισμένοι δήμαρχοι, πρόεδροι πανεπιστημίων και νοσοκομείων.

Η χούντα που κυβέρνησε από το 1967 ως το 1974 είχε έντονα χαρακτηριστικά συνεργασίας στρατιωτικών και δικαστικών. Μερικές δεκάδες μόνο είναι αυτοί που τίμησαν τον όρκο τους και υπέστησαν τις συνέπειες, όπως οι αδελφοί Μιχαλακέα και ο Κουβελάκης.

Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ότι σήμερα άλλου είδους επιρροές θα οδηγούσαν σε δικαστικές αποφάσεις που πρόδηλα εμφανίζουν ως επιχείρημα δικονομικό αυθαίρετες πολιτικοποιημένες διαπιστώσεις, που συμφέρουν μόνο τη μία πλευρά, ενώ είναι έντονη η προκατάληψη του δικαστικού με βάση τα ίδια τα κείμενά του.

Μιλάω βεβαίως για την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που πρόσφατα έστειλε τις μαχόμενες καθαρίστριες του Δημοσίου σε έφοδο κατάληψης του κτιρίου του υπουργείου Οικονομικών, με τη βοήθεια βέβαια και των απαραίτητων για την περίπτωση κομάντο της Νεολαίας και του συνδικαλιστικού τμήματος του ΣΥΡΙΖΑ. Στην απόφαση αναφέρεται «…ότι η κατάργηση των οργανικών τους θέσεων και η θέση τους σε διαθεσιμότητα, με τις ανωτέρω συνέπειες, ισοδυναμεί με καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους και ότι η εν λόγω καταγγελία είνα  παράνομη, λόγω παραβίασης της αρχής της ορθολογικής οργάνωσης της διοίκησης και της αρχής της οικονομικότητας».

Με άλλα λόγια το δικαστήριο υιοθετώντας όλα τα επιχειρήματα των καθαριστριών αμφισβητεί το συνταγματικό δικαίωμα του Δημοσίου να απολύει υπαλλήλους ακόμα και αν καταργηθούν οι οργανικές τους θέσεις. Ετσι το ρουσφέτι γίνεται ισόβιος τίτλος απασχόλησης.




Οι κοινωνιολογικοί μαργαρίτες ακροαριστερού τύπου, δικαστή και συνηγόρων είναι διάσπαρτοι στο κείμενο και αποτελούν πραγματική απόλαυση. Ετσι στο 14 φ. αναφέρεται ότι «…οι αιτούντες, αποτελούντες μέρος των ανωτέρω εναγόντων, εκθέτουν τα ίδια παραπάνω πραγματικά περιστατικά, προσθέτοντας ότι συντρέχει επείγουσα περίπτωση, διότι με την ήδη διαμορφωθείσα κατάσταση στερούνται σημαντικό μέρος των απολύτως αναγκαίων απολαβών τους και ως εκ τούτου οι ήδη πιεστικές δανειακές και οικογενειακές τους υποχρεώσεις θα παύσουν να εξυπηρετούνται, με ανυπολόγιστες συνέπειες για αυτούς και τις οικογένειές τους».

Και παρακάτω το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών συνεχίζει στο πλαίσιο της ίδιας λογικής: «Οι δε λόγοι υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, που επικαλείται το εναγόμενο, δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να δικαιολογούν ριζοσπαστικές επεμβάσεις στη ζωή των πολιτών που οδηγούν στην εξαθλίωση πλήθους οικογενειών, με προφανή τον κίνδυνο αποδόμησης της κοινωνίας, σε κάθε δε περίπτωση η καταγγελία συμβάσεων εργασίας θα έπρεπε να είναι το ύστατο μέτρο δημοσιονομικής πειθαρχίας».

Και συνεχίζει ότι «…οι ενάγοντες, στην συντριπτική τους πλειοψηφία γυναίκες, στερήθηκαν την μοναδική βάση βιοπορισμού τους, μολονότι η ανάγκη για τις υπηρεσίες τους δεν εξέλειψε, κατά πλειοψηφία δε ανήκουν στην ηλιακή κατηγορία των 45 έως 60 ετών, με αποτέλεσμα να είναι εκμηδενισμένες οι πιθανότητες εξεύρεσης άλλης εργασίας, με δεδομένο το υψηλό ποσοστό ανεργίας και τις δυσκολίες ένταξης στην αγορά εργασίας, γυναικών σε μεγάλη ηλικία και μειωμένα τυπικά προσόντα, ενώ, επιπλέον, πολλές εξ αυτών είναι διαζευγμένες και έχουν την ευθύνη ανήλικων τέκνων ή τέκνων με αναπηρία ή την ευθύνη υποστήριξης υπερηλίκων γονέων και επομένως η αποστέρηση της θέσης εργασίας τους θα έχει σοβαρότατες επιπτώσεις στην δυνατότητα διαβίωσης και κοινωνικοασφαλιστικής κάλυψης των προστατευομένων προσώπων».

Εδώ ο δικαστής αναλαμβάνει αποδεχόμενος φήμες ή πληροφορίες που του παρέχουν οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι και οι νομικοί τους εκπρόσωποι ρόλο κοινωνικής υπηρεσίας προσπαθώντας εμφανέστατα να προκαλέσει κύμα συμπαθείας προς την πολιτικοποιημένη άποψή του.

Αλλά εκεί που ο δικαστής αναπτύσσει το προσωπικό του πιστεύω και με δυσκολία αποκρύπτει τη φιλοσοφική και ιδεολογική του προκατάληψη υπέρ του κρατισμού είναι ολόκληρο το φύλλο 16, το οποίο ομιλεί αφ’ εαυτού και γι’ αυτόν τον λόγο δεν θα το σχολιάσουμε.

«Το εναγόμενο – καθ’ ου οφείλει να εξυπηρετεί τις λειτουργικές του ανάγκες με το υπάρχον προσωπικό, εφόσον πρόκειται για εργασίες που εμπίπτουν στα συνήθη καθήκοντα των υπαλλήλων κατά κλάδο, η δε ανάθεση εργασιών σε ιδιώτες επιτρέπεται προκειμένου για ιδιαίτερα σοβαρές ή ειδικής φύσεως υποθέσεις, που προδιαθέτουν εξειδικευμένες γνώσεις και εμπειρία, προσόντα τα οποία αποδεδειγμένα δεν διαθέτει το προσωπικό που ήδη υπηρετεί. Σε διαφορετική περίπτωση, η ανάθεση του έργου καθαρισμού σε ιδιωτικά συνεργεία πρέπει να δικαιολογείται από λόγους προάσπισης του δημοσιονομικού συμφέροντος, το οποίο δεν ταυτίζεται με το απλό ταμιακό συμφέρον, η δε εφαρμογή της αρχής της οικονομικότητας δεν επιτάσσει την επιλογή της φθηνότερης λύσης, αλλά την επιλογή εκείνης της λύσης η οποία παρουσιάζει την βέλτιστη σχέση μεταξύ ποιότητας και τιμής. Εν προκειμένω οι ενάγοντες, ενταγμένοι οργανικά και υποκείμενοι στον άμεσο ιεραρχικό και πειθαρχικό έλεγχο των προϊσταμένων τους, έχοντας ταυτόχρονα πολλά έτη εμπειρίας στον καθαρισμό των συγκεκριμένων κτιρίων, παρείχαν υψηλότερης ποιότητας υπηρεσίες από τα ιδιωτικά συνεργεία, τα οποία ισοσκελίζουν τις χαμηλές προσφορές μέσω της παροχής ελλιπών και χαμηλής ποιότητας υπηρεσιών, σε κάθε περίπτωση οι απολαβές των εναγόντων ήταν ήδη χαμηλές, αφού κυμαίνονταν από 373 ευρώ έως 750 ευρώ μηνιαίως και συνεπώς η ανάθεση του έργου της καθαριότητας σε ιδιωτικά συνεργεία συνεπάγεται αμφίβολο ταμειακό όφελος, ενώ ταυτόχρονα επέφερε υποβάθμιση των συνθηκών υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων στις οικονομικές υπηρεσίες και δυσλειτουργία των υπηρεσιών αυτών».


No comments:

Post a Comment