Monday, February 20, 2012

ΟΙ ΤΑΒΕΡΝΕΣ ΜΑΣ ΠΑΝΤΑ ΘΑ ΕΧΟΥΝΕ ΚΟΣΜΟ


Επιστρέφοντας σήμερα, για λίγες μόνο μέρες, στην Αθήνα (αφού εδώ και περίπου μία εβδομάδα η νέα βάση μου, ελπίζω προσωρινά, είναι η Κύπρος - σε άλλο post, εντός των ημερών, θα εξηγήσω πως και γιατί), βρέθηκα στο αεροδρόμιο δίπλα σ' έναν Γερμανό που ταξίδευε για Θεσσαλονίκη, να πάει να δεί, λέει, ένα μικρό σπιτάκι στη Χαλκιδική, ν' αγοράσει για τις καλοκαιρινές του διακοπές. Πιάσαμε, βεβαίως, συζήτηση, για την οικονομική κρίση στη χώρα μας. Σχεδόν αμέσως, ο Γερμανός, μελλοντικός επανδυτής μας, έφερε την κουβέντα στις κακές μας συνήθειες, μία από τις οποίες, είπε, είναι και να γεμίζουμε τις ταβέρνες ακόμα και σε εργάσιμες μέρες.

"Πως είναι δυνατόν", είπε, "να βρίσκεστε σε κρίση, και να είναι γεμάτες οι ταβέρνες σας;".

Η ροή της σκέψης μου σταμάτησε απότομα - σαν κάποιος να πάτησε pause. Εάν μπορούσα να δω τον εαυτό μου, φαντάζομαι ότι θα τον έβλεπα με βλέμμα άδειο, και ύφος μάλλον αδιάφορο.

Τό έχω ακούσει και διαβάσει πολλές φορές τα τελευταία δύο χρόνια αυτό το επιχείρημα (και όχι μόνο από Γερμανούς - την ίδια απορία έχουν και πολλοί φίλοι στη Κύπρο), και έχω κουραστεί να το απαντώ. Νοιώθω σαν να είμαι μοναχός στο Άγιον Όρος, να κάνω αγρυπνία, και να με ρωτά ένας ξενέρωτος επισκέπτης γιατί δεν πάω νωρίς για ύπνο ώστε να είμαι φρέσκος για δουλειά την επόμενη μέρα.

"Γιατί κάνω αγρυπνία, ρε κερατά!", θα του απαντούσα, εάν ήμουν ευέξαπτος μοναχός. Ενω αν ήμουν πιο συγκαταβατικός και πράος, θα επιχειρούσα να του εξηγήσω τη σημασία της αγρυπνίας, ιδίως για έναν ερημίτη, στο Ευλογημένο Βουνό.

Πολλές φορές προσπάθησα να περιγράψω σε διάφορους ... καχύποπτους, ότι το ταβερνάκι για τον 'Ελληνα, δεν είναι απλώς μία έξοδος για φαγητό σε κάποιο συνηθισμένο ρεστοράν. Είναι πρώτα, και πάνω απ' όλα, ένα πανηγύρι του ίδιου του εσωτερικού του κόσμου. Μια "λαική αγορά" όπου μαζεύονται όλοι οι φίλοι, όλα τα αισθήματά του, όλα τα πάθη, τα λάθη, οι ομορφιές και ασχήμιες του. Ο καλός κι' ο κακός εαυτός του. Η μεγάλη του χαρά, κι η ατέλειωτή του θλίψη.

Δεν έχει αξία, για μας, κανένα πιάτο φαγητού, κανένα ποτήρι κρασιού, χωρίς όλα αυτά τα ... συμπαραμαρτούνται συναισθήματα και χαρακτηριστικά. Και δεν μπορεί - εξηγώ στους αδαείς - ένα τέτοιο σκηνικό, να έχει ... ωρολόγιο πρόγραμμα!

Τον πρώτο καιρό της κρίσης, ενας δυστυχής αρθρογράφος του γερμανικού περιοδικού Focus, στιγμάτισε με "τεχνοκρατικό φαρμάκι", την κακή συνήθεια των Ελλήνων, όπως έγραφε, "να μην παραγγέλνει ο καθένας το δικό του φαγητό στην ταβέρνα, αλλά να τσιμπάνε όλοι από όλα τα πιάτα στη μέση του τραπεζιού". Δεν θύμωσα - αλήθεια σας λέω. Στενοχωρέθηκα. Διότι πραγματικά, για να σου κάνει εντύπωση, και μάλιστα κακή, αυτό το πράγμα, πρέπει όντως να είσαι πολύ δυστυχής.

Ναί. Οι ταβέρνες μας είναι γεμάτες. Μπορεί με λιγότερους μεζέδες στο τραπέζι, αλλά είναι γεμάτες. Διότι, ευτυχώς, δεν έχουν ακόμα αδειάσει, και ούτε πρόκειται να αδειάσουν, οι ψυχές μας. Γεμάτες θα είναι οι ταβέρνες (και, προσοχή, δεν μιλώ για τα σκυλάδικα - άς είναι κι αυτά μια απαντοχή, όμως, για τα πολυτελή και θλιβερά αδέσποτα της κοινωνίας μας...), ακόμα και αν φτάσουμε στο έσχατο σκαλοπάτι της χρεοκοπίας. Κι αν δεν ειναι γεμάτες από κόσμο, θα είναι ανοικτές και θα τον περιμένουν.

Το ξέρετε, όσοι μου κάνετε την τιμή να με ακολουθείτε στις έντυπες και ραδιοφωνικές μου περιπέτειες, ότι δεν είμαι αντιμνημονιακός - όπως αυτός ορίζεται στη γλώσσα του κομματισκού λαικισμού. Δεν πιστευω ότι ο λαός μας είναι περιούσιος, και οι εθνικιστικές κορώνες με τρομάζουν και με απωθούν.

Ξέρετε, ακόμα, ότι τα κουσούρια μας, τα βροντοφωνάζω σε κάθε ευκαιρία, και την ντροπή μου, που καταντήσαμε ο περίγελως του κόσμου όλου δεν προσπάθησα ποτέ να την κρύψω, φορτώνοντας τις ευθύνες για το κατάντημά μας πρώτα στους ίδιους μας τους εάυτούς. Όμως...

Όμως. Αυτή η συλλογική δυσφήμιση ενός ολόκληρου λαού, ο χλευασμός συνηθειών του που έχουν να κάνουν, όχι με κάποια ροπή πρός την παρανομία, την διαφθορά, την τεμπελιά, την ακολασία, ή ό,τι άλλο βρίσκουν να επικαλεστούν, αλλά με την παράδοσή του, την ιδιοσυγκρασία του, και πάνω απ' όλα την ανάγκη του, ..., έ αυτή η συλλογική διαπόμπευση είναι έξω από κάθε λογική. Επικίνδυνη. Απορριπτέα. Ακατανόητη. Απεχθής.

Δεν φταίει η ταβέρνα για την "ελληνική κρίση". Ούτε η "αγρυπνία" της παρέας, εν γνωσει της ότι "αύριο πρέπει να σηκωθεί για να πάει στη δουλειά". Δεν φταίνε τα δέκα πιρούνια που τσιμπάνε από το ίδιο πιάτο, μήτε και τα "ακόμα ένα ποτηράκι" από εκείνους που έχουν ντέρτι, καυμό, καψούρα, κέφι, καί όποια άλλη "λέξη" που δεν έχει ορμήνεια σ' άλλη του κόσμου γλώσσα.

Όση ώρα τα σκεφτόμουν όλα ετούτα, ο Γερμανός στην αίθουσα αναχωρήσεων του αεροδρομίου της Λάρνακας με κοιτούσε με προσμονή που έβλεπα ότι τον ενοχλούσε. Σίγουρα θα σκέφτηκε ότι είμαι αγενής. Σίγουρα θα ενίσχυσε την αρνητική άποψη που έχει για εμάς τους Έλληνες ξενύχτες, χαραμοφάηδες, μπεκρήδες, ή ό,τι παρόμοιο.

Η αναχώρηση της πτήσης της Aegean για Θεσσαλονίκη αναγγέλθηκε πρίν από εκείνην της Αθηνας. Αποχαιρετιστήκαμε, αναγκαστικά, χωρίς να ανταλλάξουμε κουβέντα. Έτσι άξιζε και στους δυό μας...


3 comments:

  1. Μην μασας Χρήστο. Καλά τα λες

    Γιωργος Λ (βαζω το ονομα μου γιατι εμφανιζεται μια ακόμα ηλεκτρινική μου ταυτότητα.)

    ReplyDelete
  2. Πόσο δίκιο έχεις Χρήστο μου!!!!

    ReplyDelete