Monday, January 17, 2011

«Κακοδαιμονία της Κύπρου οι Εγγλέζοι»


Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ αυτός είν' ολάκερη ιστορία. Τον ξέρεις χρόνια κι όμως κάθε φορά ανακαλύπτεις πόσο λίγο τον γνωρίζεις. Είναι παλιός, αλλά και συνεχώς καινούριος. Τον συναντώ στο σπίτι του στη Λευκωσία να γράφει και να απαγγέλλει ποιήματα. Είναι, λέει, οι σκέψεις του. Δηλαδή, η αυτοβιογραφία που δεν θα γράψει ποτέ, γιατί είναι ατακτοποίητος και το αρχείο της γεμάτης ζωής του είναι χύμα μέσα στο μυαλό του. Του ζητώ να μου ξεχωρίσει απ' όλες τις λέξεις που σμιλεύει μία μόνο, να λέω «να τος». Κάνει μια γρήγορη βουτιά στην ψυχή του και αναδύεται με ένα χαμόγελο γλυκό που, από τη μια άκρη του ώς την άλλη, γράφει «αντιθετικός». Αυτός είναι ο Βάσος Λυσσαρίδης.

Τον βρίσκω πλατεία Ελευθερίας να βγάζει απ' το στόμα φλόγες. Ρήτορας μέγας, ανώτερος κι από τους δύο Παπανδρέου, τον «γέρο» και τον Ανδρέα, που είχαν το όνομα, ναι, αλλά τη χάρη του «γιατρού», όχι.
Το 1969 ιδρύει την ΕΔΕΚ, της οποίας ήταν και ο πρόεδρος ως το 2002. Στην Κύπρο, πρώτη φορά ακούνε κάποιον να τους μιλάει για «δημοκρατικό σοσιαλισμό», Μπερδεύονται. Είναι καχύποπτοι. Εκείνα τα χρόνια, υπήρχαν χίλια στεγανά στην πολιτική, κι άλλα τόσα στην κοινωνία έξω. Γεννιόσουν σε ΑΚΕΛική οικογένεια, γινόσουν αμέσως αριστερός. Γεννιόσουν σε δεξιά οικογένεια, ουαί κι αλίμονο αν γινόσουν οτιδήποτε άλλο.
«Είχαμε να παλέψουμε με προκαταλήψεις. Να γδέρνουμε με τα νύχια βράχους. Οι μεν κομμουνιστές μας έλεγαν "σοσιαλπροδότες", οι δε δεξιοί μας έλεγαν "υπερκομμουνιστές", γιατί οι κοινωνικοοικονομικές μας προτάσεις ήταν πιο προχωρημένες από του ΑΚΕΛ. Εμείς δεν είχαμε ούτε επιχειρήσεις, ούτε τίποτα. Ημασταν ελεύθεροι».
Αλλά πετάχτηκε γρήγορα και πήρε μπόι μεγάλο το παιδάκι του Λυσσαρίδη. Υπήρχαν εποχές, όπως τότε που ο Μακάριος έφυγε αυτοεξόριστος στις Σεϊχέλες, που η ΕΔΕΚ ήταν πρώτο κόμμα στη Κύπρο, και η εφημερίδα της, «Τα Νέα», με μεγαλύτερη κυκλοφορία από τον «Φιλελεύθερο».
Μπορεί να μην κατάφερε ποτέ ο ίδιος να εκλεγεί πρόεδρος της Δημοκρατίας, «αλλά ό,τι μας στέρησε ο λαός σε ψήφους μάς το έδωσε σε εκτίμηση» λέει με λίγο παράπονο και πολλή υπερηφάνεια. Κάτι είναι κι αυτό. Ιδίως σε εποχές που η πολιτική δεν είναι στα καλύτερά της και η αποδοχή της από τον κόσμο αμελητέα. Εκατομμύρια «αν» ανακαλύπτεις στο άγραφο βιβλίο του. Ανιχνεύω μερικά...
Αν σας εξέλεγε ο κόσμος πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας;
Με τον Ανδρέα πρωθυπουργό στην Ελλάδα, θα είχαμε λύσει το Κυπριακό. Θα πείθαμε την Αμερική, που δεν αντιτίθεται σε λύση του Κυπριακού, αρκεί αυτή να γίνεται αποδεκτή από τους εμπλεκομένους και να διασφαλίζει την ηρεμία της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, ότι εμείς, μπορούμε να πετύχουμε και τα δύο. Δεν θα συγκρουόμασταν με τα αμερικανικά συμφέροντα. Και δεν θα αρνιόμασταν στην Αμερική διευκολύνσεις στην Κύπρο εάν αυτό επρόκειτο να μας απαλλάξει από την τουρκική παρουσία.
Αν δεν γινόταν ο απελευθερωτικός αγώνας της ΕΟΚΑ (1955-1959), στον οποίο μάλιστα συμμετείχατε ενεργώς, υπάρχει πιθανότητα, όπως συνέβη και σε άλλες χώρες, μια μέρα οι Εγγλέζοι να έφευγαν από μόνοι τους και η Κύπρος σήμερα να ήταν ελεύθερη και ανεξάρτητη;
Με τίποτα. Η Κύπρος δεν ήταν ούτε Ινδία ούτε Χονγκ Κονγκ. Εδώ τα συμφέροντα της Αγγλίας δεν ήταν οικονομικά. Ηταν αποφασισμένη να κρατήσει την Κύπρο πάση θυσία και να διατηρήσει έναν διεθνή ρόλο. Το πέτυχε, εμπλέκοντας και την Τουρκία στην επίλυση του προβλήματος και με αυτόν τον τρόπο διατήρησε μια παρουσία σ' ένα νευραλγικό σημείο της Μ. Ανατολής. Ηταν προδιαγεγραμμένη η μοίρα μας. Είναι λάθος μας που δεν έχουμε ανεβάσει αρκετά τους τόνους της κριτικής μας κατά των Εγγλέζων και να τους καταδικάζουμε συνεχώς για όσα έχουν κάνει στην Κύπρο. Η Βρετανία υπήρξε η κακοδαιμονία της Κύπρου.
Αν οι Ελληνοκύπριοι ψήφιζαν «ναι» στο σχέδιο Ανάν;
Δεν θα είχαμε κράτος σήμερα. Θα είχαμε δύο κράτη. Μπορεί το ένα να μην ήταν επισήμως αναγνωριζόμενο, αλλά αυτό βόλευε και βολεύει την Τουρκία, που προτιμά να είναι ρευστή η κατάσταση, γιατί την ελέγχει καλύτερα.
Αν είχαμε διχοτόμηση σήμερα;
Θα την είχαμε εάν το ήθελαν Τούρκοι και Βρετανοί. Η διχοτόμηση είναι εθνικός ακρωτηριασμός, αποκρουστικός. Αλλά αυτό που διακυβεύεται σήμερα είναι άλλο: η ύπαρξη του κυπριακού ελληνισμού. Με τον εποικισμό στα κατεχόμενα, σε 20-50 χρόνια, θα έχουμε στο νησί μας τουρκική πλειοψηφία. Γι' αυτό λέω, καταγγελία τώρα του εποικισμού, άμεσα. Να πάρουμε την Τουρκία στα διεθνή δικαστήρια, διότι έχει διαπράξει έγκλημα πολέμου.
Αν η Κύπρος δεν είχε πρόβλημα, εσείς τι θα γινόσασταν;
Αλλοι ήταν οι προορισμοί μου. Εάν η Κύπρος δεν είχε πρόβλημα και ήταν, ας πούμε, Δανία, εγώ δεν θα ήμουνα στην πολιτική ίσως απλό μόνο μέλος ενό σοσιαλιστικού κόμματος. Θα ήμουν στην ιατρική, στη φιλοσοφία, ποιήματα θα έγραφα, λουλούδια και χωριά θα ζωγράφιζα.
Γεννήθηκε το 1920 στα Λεύκαρα, ένα πανέμορφο, ορεινό χωριό στην επαρχία της Λάρνακας. Το χωριό επισκέφθηκε κάποτε ο Λεονάρντο ντα Βίντσι και ενθουσιάστηκε από την ομορφιά του. Μερικά σχέδια που έκανε τότε, ακόμα αναπαράγονται από τις γυναίκες του χωριού στα μοναδικά λευκαρίτικα κεντήματά τους, που είναι ξακουστά σ' όλο τον κόσμο.
Ο πατέρας του, Μιχάλης, ήταν μικροέμπορος. Η μητέρα του, Ελένη, νοικοκυρά. Ηταν ένα γυναικοκρατούμενο σπιτικό, αφού ο Βάσος ήταν το προτελευταίο παιδί, με πέντε αδερφές. Αποφοίτησε από το Παγκύπριο Γυμνάσιο της Λευκωσίας με άριστα και σπούδασε ιατρική στην Αθήνα. Επιστρέφοντας στην Κύπρο άσκησε το ιατρικό επάγγελμα. Ειδικότης, παθολόγος. Ηταν ο προσωπικός γιατρός του Μακάριου. Δεν έπαιρνε ποτέ λεφτά από φτωχούς ασθενείς, μάλιστα τους αγόραζε ο ίδιος τα φάρμακα που τους έγραφε.
«Στην ιατρική πήγα για να μπω και να φύγω. Αρχίζοντας, όμως, τις σπουδές με χημεία, φυσική, βιολογία, είδα ότι μου άρεσε, αφού οι επιστήμες αυτές ενείχαν για μένα και στοιχεία φιλοσοφίας».
Ο θάνατος; Οχι, δεν τον φοβίζει. Τον αντίκρισε κατάματα τον Αύγουστο του 1974 όταν έγινε δολοφονική επίθεση εναντίον του στη Λευκωσία, κατά την οποία σκοτώθηκε ο Δώρος Λοΐζου, γραμματέας της νεολαίας του κόμματος.
«Εγώ συγχώρησα -λέει- τους επίδοξους δολοφόνους μου. Ο Μακάριος, θυμάμαι, μου έλεγε, "ρε συ, είσαι πιο παπάς από μένα;" Γιατί να τιμωρήσω εγώ έναν ηλίθιο που κρατούσε πιστόλι και νόμιζε ότι θα μπορούσε με αυτό να σταματήσει τη σκέψη μου;»
Ο δικός του θεός «είναι πιο εξειδικευμένος». Ετσι λέει. Και δεν αποζητώ εξηγήσεις. Τις βλέπω στο ρυτιδωμένο, νεανικό του πρόσωπο. Τις βρίσκω στο βλέμμα που δεν ησυχάζει. Τις διαβάζω στις «Κραυγές», την τελευταία ποιητική του συλλογή:

«Τώρα που οι εικόνες συνεχώς στριφογυρίζουν/γυρνάω πίσω στα παλιά κι αναρωτιέμαι/πόσα άφησα ακάμωτα/και πόσο αδέξιος κι ανάξιος στ' αλήθεια φάνηκα/και συλλογιέμαι/τον λίγο που απόμεινε πια χρόνο/να τον ξοδέψω δίκαια σε δίκαιους αγώνες/και να πεθάνω όρθιος σε όρθιους προμαχώνες».

ΥΓ.: Το άρθρο δημοσιευτηκε στη σελίδα "Ανθρωπων Εργα & Ημερες" της "Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας", 16.01.2011

Την άλλη Κυριακή, η συνέχεια της συνάντησής μου με τον Βάσο Λυσσαρίδη.

1 comment:

  1. Είναι Έλληνας ο Βάσος απο τους Αρχαίους εκείνους δηλαδή που είχαν μεγάλο ειδικό βάρος...

    ReplyDelete