Sunday, February 27, 2011

«Πώς ο στρατοδίκης και ο υπουργός μού έγραψαν το ρεπορτάζ»

Ενας παλιός δημοσιογράφος, 23χρονος ρεπόρτερ το 1951, αποκαλύπτει σήμερα το άγνωστο και, κατ' αυτόν, στημένο σκηνικό της απόπειρας διακοπής της πρώτης δίκης του Νίκου Μπελογιάννη

ΕΙΝΑΙ ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ του 1951, και στο στρατοδικείο της Αθήνας, στη μεγάλη αίθουσα του Εφετείου στην οδό Σανταρόζα, αρχίζει η πολύκροτη δίκη του Νίκου Μπελογιάννη. Ενας από τους δημοσιογράφους που καλύπτουν τη δίκη είναι και ο 23χρονος, τότε, ρεπόρτερ του «Εθνικού Κήρυκα», Σωτήρης Οθωναίος. Μία μέρα τον προλαβαίνει στην είσοδο της αίθουσας ένας συνάδελφός του και του λέει ότι τον γυρεύει ο πρόεδρος του δικαστηρίου, ο αντισυνταγματάρχης της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης Ανδρέας Σταυρόπουλος. «Τι με θέλει;», ρωτά τον φίλο του. «Δεν ξέρω», του απαντά εκείνος, «αλλά μοιάζει να σε συμπαθεί».

Ο δικαστής ανακοινώνει ότι διακόπτει προσωρινά τη δίκη, γιατί τον φώναξε στο γραφείο του ο τότε υπουργός Στρατιωτικών της κυβέρνησης Πλαστήρα, ναύαρχος Αλέκος Σακελλαρίου, «και είναι ζήτημα επείγον». Αναχωρώντας, πλησιάζει τον νεαρό ρεπόρτερ του «Κήρυκα», του χαμογελά και του λέει «ελάτε μαζί μου εσείς κύριε Οθωναίε, έχω κάτι να σας πω».
«Περπατάμε στην Πανεπιστημίου, στο δεξί πεζοδρόμιο, προς το υπουργείο Στρατιωτικών, γωνία Πανεπιστημίου και Κριεζώτου. Προχωρώντας, ο δικαστής μου λέει "να δεις που ο Σακελλαρίου θα με πιέσει να διακόψω τη δίκη". Φαίνεται τσατισμένος και βρίζει τον υπουργό, "τον Χριστό του, την Παναγία του". Κάποια στιγμή βγάζει ένα χαρτί από την τσέπη και μου λέει "πάρ' το στου Ευαγγελίδη", που ήταν ένα φωτογραφείο εκεί κοντά, στο Σύνταγμα, "και ώσπου να τελειώσω με τον υπουργό, πάρε από εκεί κάποιες φωτογραφίες που έχω αφήσει, και ξαναγύρνα να με περιμένεις". Του λέω "εντάξει πρόεδρε", αλλά μ' είχαν ζώσει τα φίδια. Γιατί μου τα λέει όλ' αυτά; Γιατί σε μένα; Τι σημαίνουν;»
Ο ρεπόρτερ σπεύδει στο φωτογραφείο, αρχή Μητροπόλεως, παραλαμβάνει τις φωτογραφίες, «φωτογραφίες στούντιο, που τον έδειχναν χαμογελαστό με ένα τσιμπούκι στο στόμα», και επιστρέφει γρήγορα στην Κριεζώτου.
«Μετά από λίγη ώρα κατεβαίνει ο Σταυρόπουλος, και μου λέει ότι ο υπουργός Στρατιωτικών Σακελλαρίου του είπε πως είναι επιθυμία της κυβέρνησης να διακόψει τη δίκη γιατί υπάρχουν μεγάλες αντιδράσεις, και ότι εκείνος ακούμπησε τότε το πιστόλι στο τραπέζι, και του απάντησε "δεν σταματώ τη δίκη, αλλά εάν με διατάσσετε να το κάνω, προτιμώ να αυτοκτονήσω εδώ και τώρα". Τότε, πάντοτε κατά τον Σταυρόπουλο, ο υπουργός του είπε "εντάξει, δεν χρειάζεται να φτάσεις ώς εδώ", και έφυγε από το γραφείο του».
Οι δυο τους, δικαστής και ρεπόρτερ, ξεκινούν να επιστρέψουν στη Σανταρόζα. Στην εφημερίδα την άλλη μέρα το θέμα ήταν πρωτοσέλιδο. Ονόματα και λεπτομέρειες δεν αναφέραμε. Δεν μπορούσαμε, άλλωστε, και γι' αυτό δεν δημοσιεύτηκαν ποτέ ονόματα, ούτε και η περιγραφή που σας αποκαλύπτω σήμερα, για πρώτη φορά. Απλώς έγραψα ότι "ο υπουργός Στρατιωτικών κάλεσε τον πρόεδρο του στρατοδικείου και του μετέφερε την παράκληση της κυβερνήσεως να σταματήσει η δίκη, πράγμα που δεν δέχτηκε ο πρόεδρος, ο οποίος είπε στον υπουργό εγώ δεν θα τη σταματήσω, αλλά εάν επιμείνετε και με διατάξετε, εγώ θα αυτοκτονήσω. Και εκεί έληξε το θέμα, με τον υπουργό να υποχωρεί". Βεβαίως έγινε πάταγος την επόμενη μέρα, και δημοσιεύσαμε και τις φωτογραφίες του Σταυρόπουλου, που με είχε στείλει να πάω να πάρω από το φωτογραφείο, στο Σύνταγμα».
Ο κ. Οθωναίος, 85 ετών σήμερα, είναι σίγουρος ότι όλη αυτή η ιστορία ήταν στημένη (και είναι, πρώτη φορά που τη διηγείται με όλες τις λεπτομέρειές της) και ότι πίσω από αυτήν «ήταν οπωσδήποτε ο ΙΔΕΑ (Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών), που ήθελε να ρίξει τον Πλαστήρα».
«Εκείνο που δεν γράφτηκε ποτέ μέχρι τώρα, ήταν πως μεθοδεύτηκε, κατά τη γνώμη μου, το πράγμα, ώστε να μάθω εγώ την είδηση, όπως αυτοί ήθελαν, και να την γράψω. Ή μάλλον, να μου δώσουν το ρεπορτάζ έτοιμο. Και αποδεικνύεται ότι ήταν προετοιμασμένη αυτή η υπόθεση, ώστε να γίνει όλος αυτός ο ντόρος, να φανεί ότι η κυβέρνηση παρεμβαίνει στο έργο της Δικαιοσύνης και να φαγωθεί ο Πλαστήρας».
Για να καταλάβει, όμως, κάποιος καλύτερα αυτά που λέει ο κ. Οθωναίος, ίσως θα πρέπει να τα συνδέσει με τα πολιτικά γεγονότα εκείνης της εποχής. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι παίχτηκαν πολιτικά παιχνίδια και εξυπηρετήθηκαν πολιτικές σκοπιμότητες, τόσο του μετεμφυλιακού καθεστώτος όσο και του ξένου παράγοντα. Διίστανται οι απόψεις όσον αφορά το βαθμό εμπλοκής σ' αυτήν την, κατά πολλούς, «σκηνοθεσία της δίκης», του κέντρου υπό τον Νικόλαο Πλαστήρα.
Κατά τον Πότη Παρασκευόπουλο («Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο», εκδόσεις Κάκτος), η παρουσία του μετέπειτα δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλου στα μέλη του στρατοδικείου «δημιουργεί σήμερα την υπόνοια ότι η σύνθεση του δικαστηρίου ήταν επιλεγμένη από την ηγεσία του ΙΔΕΑ» και αυτό, γράφει, δεν έγινε για να εξασφαλιστεί «η μεγαλύτερη δυνατόν ποινή» στους κατηγορούμενους, αλλά είχε σχέση «με τη μάχη που θα δινόταν για την αναβολή της δίκης». Με την άποψη Παρασκευόπουλου συμφωνεί και ο ιστορικός Τάσος Βουρνάς («Υπόθεση Μπελογιάννη», εκδόσεις Τολίδη).
Οπως και να έχει, η πρώτη δίκη Μπελογιάννη δεν ακυρώθηκε. Συνεχίστηκε, και ολοκληρώθηκε στις 16 Νοεμβρίου, με την καταδίκη 12 κατηγορουμένων σε θάνατο - ανάμεσά τους βεβαίως ο Νίκος Μπελογιάννης και η εγκυμονούσα σύζυγός του Ελλη Ιωαννίδου (γνωστή ως Ελλη Παππά). Οι θανατικές καταδίκες, που βασίστηκαν στο μεταξικό νόμο 509 («Περί ανατροπής του κρατούντος πολιτικού και κοινωνικού συστήματος»).
Στις 15 Φεβρουαρίου 1952 άρχισε στο Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών η δεύτερη δίκη του Νίκου Μπελογιάννη, μέλους της Κ.Ε. του ΚΚΕ. Μαζί του ακόμα 28 άνθρωποι, κατηγορούμενοι με τον αναγκαστικό νόμο 375 του 1936 περί κατασκοπείας. Και αυτή η δίκη τελειώνει με τη θανατική καταδίκη 12 κατηγορουμένων, ανάμεσά τους οι Μπελογιάννης, Ιωαννίδου, Μπάτσης, Αργυριάδης κ.ά. Κυριακή (ημέρα που ούτε οι Γερμανοί δεν κάνανε εκτελέσεις), 30 Μαρτίου του 1952, τέσσερις από τους 12 θανατοποινίτες, οι Μπελογιάννης, Μπάτσης, Αργυριάδης και Καλούμενος (στην Ελλη Ιωαννίδου, μολονότι η ίδια δεν το ήθελε και απαιτούσε να πεθάνει με τον άνδρα της, δόθηκε χάρη επειδή μόλις είχε γεννήσει), οδηγήθηκαν στο απόσπασμα και εκτελέστηκαν.
Ο Σωτήρης Οθωναίος δεν ήταν στη δεύτερη δίκη. Λίγες μέρες μετά την ολοκλήρωση της πρώτης δίκης πήρε την απόφαση να μεταναστεύσει, και έφυγε για τη Δυτική Αφρική. Εζησε και εργάστηκε στη Τανζανία και στην Κένυα για περίπου 60 χρόνια, και τώρα επέστρεψε στη πατρίδα.
Θυμάται ότι «ο Μπελογιάννης ήταν ένας πολύ ήσυχος άνθρωπος, ολιγόλογος. Σχεδόν κάθε μέρα έφτανε στο δικαστήριο κρατώντας ένα γαρίφαλο, και το έπαιζε στα χέρια του». Οταν έμαθε, στην Αφρική, ότι τον εκτέλεσαν, έκλαψε. Μήνες μετά, είδε και το περίφημο σκίτσο του Πικάσο, που εκείνος, ως ρεπόρτερ, είχε ήδη εντυπώσει ως εικόνα ανεξίτηλα στη μνήμη του.


Από τη σειρά «Μεγάλες δίκες» της "Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας" θα κυκλοφορήσει την άλλη Κυριακή ο τόμος με τη δίκη του Νίκου Μπελογιάννη. Τη δίκη που συγκλόνισε όλο τον κόσμο, και έκανε ανθρώπους σαν τον Ζαν Πολ Σαρτρ, τον Πολ Ελιάρ, τον Πολ Μπονκούρ, τον Τσάρλι Τσάπλιν, τον Λουί Αραγκόν, τον Ζαν Κοκτό, τον Χένρι Ουάλας, τον στρατηγό Ντε Γκολ να κάνουν αγωνιώδεις εκκλήσεις για να μην εκτελεστούν ο Μπελογιάννης και άλλοι τρεις σύντροφοί του. Εις μάτην, δυστυχώς...


ΥΓ: Το κομματι δημοσιεύτηκε χθες, Κυριακή 27.02.2011 στην σελίδα "Ανθρωπων Εργα & Ημερες" της "Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας".

2 comments:

  1. Μόνο που ο Μπελογιάννης εκτελέστηκε το 1952 και όχι το 1959.

    ReplyDelete
  2. Δικιο έχετε. Τυπογραφικό, δικό μου, λάθος. Το διορθώνω αμέσως, και ζητώ συγγνώμη.

    ΧΜ

    ReplyDelete