Pomp and Circumstance - Πομπώδες και Περιστασιακό

Τα Δελτία Τύπου τα αντιμετώπιζα συνήθως με προκατάληψη. Πολλές φορές, τα πετούσα κιόλας. Ιδίως εάν έρχονταν από τις «θυρίδες της εξουσίας». Τη Βουλή, τα Κόμματα, τους βουλευτές τους.

Πολύ γρήγορα στα πρώτα μου δημοσιογραφικά βήματα, έμαθα να μη δίνω ιδιαίτερη σημασία. Απωθούσα τα τυπικά. Μου φαίνονταν στεγνά, κακογραμμένα. Θεωρούσα ότι μ’ έναν τρόπο, η εξουσία μου επιβάλει εκείνα που θέλει να περάσει. Είχα άδικο.

«Με τη θυροκόλληση του υπ’ αριθμόν 60 Προεδρικού Διατάγματος από τον Υποστράτηγο  της Βουλής των Ελλήνων, Ταξίαρχο, κ. Ιωάννη Λιανουδάκη, παρουσία του Γενικού Γραμματέα της Βουλής, κ. Βασιλείου Μπαγιώκου, κηρύχθηκε η λήξη των εργασιών της Γ΄ Συνόδου της Κ΄ Βουλευτικής Περιόδου Προεδρευομένης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας.»

Αυτό έγινε την Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026, στις 17:00. Τα επίσημα κείμενα μου αρέσουν.  Δεν έχουν τίποτα περιττό:

«Την Δευτέρα 5 Οκτωβρίου, στις 10:30 το πρωί, πραγματοποιήθηκε στην Ολομέλεια του Κοινοβουλίου η καθιερωμένη τελετή Αγιασμού για την έναρξη της Δ΄ Συνόδου της Κ΄ Κοινοβουλευτικής Περιόδου, από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο.»

Τι κρίμα! Όταν πήρα το μεταπτυχιακό μου στο Πανεπιστήμιο του Κεντ, στην Αγγλία, η τελετή αποφοίτησης έγινε στον επιβλητικό Καθεδρικό Ναό του Κάντερμπερι, όπου  ο εκεί Αρχιεπίσκοπος είναι ο ανώτερος επίσκοπος της Εκκλησίας της Αγγλίας και ο πνευματικός ηγέτης της παγκόσμιας Αγγλικανικής Εκκλησίας.

Απλά, και τυπικά. Το ένα δεν αναιρεί το άλλο. Οι αγγλοσάξονες εφηύραν το "Pomp and Circumstance" (Πομπώδες και Περιστασιακό), γιατί παραπέμπει σε έναν μεγαλειώδη, επίσημο και επιβλητικό εορτασμό, γεμάτο με εντυπωσιακές επιδείξεις.

Η ακριβής φράση προέρχεται από το έργο «Οθέλλος» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, όπου ένας με καλή φωνή και ελεγχόμενο στόμφο, μιλά για την «υπερηφάνεια, την πομπή και την περίσταση του ένδοξου πολέμου». Την μουσική συνέθεσε ο Έντουαρντ Έλγκαρ (Φωτό) το 1901.

Το Πανεπιστήμιο του Γέιλ έπαιξε το εμβατήριο αυτό σε μια αποφοίτηση το 1905, όταν ο συνθέτης έλαβε τιμητικό πτυχίο. Άλλα σχολεία αντέγραψαν την παράδοση. Για αυτό και το πομπώδες άσμα συνδέεται τώρα με τις αποφοιτήσεις παντού.

Δυστυχώς στην Ελλάδα, οι αποφοιτήσεις στα πανεπιστήμιά μας είναι σχεδόν «τίποτα». Τις θεωρούν μπανάλ, «σιγά μη βάλω εγώ αμπέχονο και γίνω ρόμπα!  Τα τυπικά δεν είχαν καμία σχέση με την τυπικότητα. Θεωρούνταν αχρείαστα, παρωχημένα,!

Στην δική μου αποφοίτηση από το Μαθηματικό Τμήμα του Καποδιστριακού, αρχές της δεκαετίας του ’80, μας είπαν «περάστε μια μέρα από την Γραμματεία να πάρετε το πτυχίο». Απλά και ταπεινά!...

«Αυτό ήταν;», απόρησε η κακομοίρα η μάνα μου που περίμενε απ’ έξω, να με βγάλει φωτογραφία, να την καδρώσει και να την κρεμάσει στο χολ. Μόλις μπαίνουν οι ξένοι, εμένα να καμαρώνουν!

Όχι το πτυχίο! Έτσι κι αλλιώς, «5» πήρα, και αυτό με το ζόρι. Πανηγύριζε όμως όλο το σπίτι.

Είχαμε έρθει λίγα χρόνια πριν από την Αφρική. Ζιμπάμπουε. Πρώην Ροδεσία, όσο την κρατούσαν ακόμα οι Εγγλέζοι. Ήρθανε τρείς γείτονες, χωρίς τα παιδιά τους. Είχανε διάβασμα.

Εγώ, δυσκολευόμουν.

Επιστρέφοντας από το ιδιωτικό σχολείο που με βάλανε για ένα χρόνο, να εξοικειωθώ, ανακοίνωσα με μεγάλη χαρά στους γονείς μου στο τραπέζι, ότι I’m very happy today Mum and Dad.

«Μπράβο παιδί μου. Γιατί; Τι έγινε;».

«Οι συμμαθητές μου μου έβγαλαν παρατσούκλι, και χάρηκα πολύ».

Στην Αφρική, ξέρετε, όταν σου έδιναν οι φίλοι και συμμαθητές σου ένα άλλο όνομα, πιο οικείο, ήταν σπουδαία υπόθεση. Έμπαινες στην παρέα.

«Και πώς σε φωνάζουν τώρα;»

«Malakas!».

Είδα βλέμματα να διασταυρώνονται άσχημα. Ο μπαμπάς σηκώθηκε, και πολύ τρυφερά μου είπε, «Let’s take a walk son». Τον κοίταξα, και μου φάνηκε διαφορετικός. Φοβισμένος, νομίζω.

Με αγκάλιασε στον ώμο, και μου εξήγησε την εγκυκλοπαιδική έννοια του Μαλάκα!

Πάλι δεν καταλάβαινα. Δώδεκα χρονών ήμουν. Kι άρχισα να τρέχω. Όπως με τα ελληνάκια φιλαράκια μου στη μικρή κωμόπολή μας στο Mount Darwin. Τέσσερεις ήμασταν: ο Πάμπος, ο Τάσος, ο Λούης, κι εγώ. Ούτε ο αέρας δεν μπορούσε να μας πιάσει…

Το τρέξιμο ήταν το οξυγόνο μου. Ελευθερία.

Οι κακές λέξεις, μας πλήγωναν.

Σιγά-σιγά, βρήκα τον δρόμο μου. Έμπαινα και στο λεωφορείο, κατέβαινα στη πρώτη πλατεία και πηγαίναμε με τα φιλαράκια στο σχολείο. Πέρασε καιρός όμως να συνηθίσω τις «κακές λέξεις», πόσο μάλλον που ήμουν πάντα ευγενικός:

«Καλημέρα σας κύριε Εισπράκτορα, μου δίνετε ένα εισιτήριο παρακαλώ;»

«Βρε άει στο διάολο κωλόπαιδο, που θα μου πεις ‘καλημέρα’ και ‘κύριε εισπράκτορα’».

Ακόμα πιο οξύς και επιθετικός ένας επιβάτης, αξιωματικός, στου Παπάγου είπαμε. Αξίωσε να του παραχωρήσω μία από τις μονές θέσεις κοντά στο παράθυρο. Παρόλο που υπήρχαν κι άλλες θέσεις, αλλά διπλές.

«Σήκω πάνω, ανάγωγε», φώναξε. «Αξιωματικός είμαι. Εσύ, τίνος είσαι;», αξίωσε. Θεωρώντας ότι κι ο μπαμπάς μου πρέπει να ήταν αξιωματικός, που δεν ήταν, για να με «καταγγείλει».

Τέτοιας λογής ήταν οι δυσκολίες μου, στα πρώτα μου βήματα στην Ελλάδα. Στη Ροδεσία ήμουν ατρόμητος.

Επίμετρο. Από το βιβλίο «Η συνείδηση του ορίου» από τον Λούντβιχ Βίτκενστάϊν (1889-1951). Αφιέρωσε τη σκέψη του στο να χαρτογραφήσει τα όρια ανάμεσα σε αυτό που μπορεί να ειπωθεί με σαφήνεια, και σε εκείνο που πρέπει να αποσιωπηθεί.

Υ.Γ: Όλο και πιο πολύ εμπιστεύομαι και χρησιμοποιώ την Τεχνητή Νοημοσύνη, ΑΙ. Φρόντιζα να ελέγχω σχολαστικά «όσα μου δίνει». Τώρα πιά λιγότερο. Και, όπου μου μπαίνει αμφιβολία, έχω τα λεξικά και τις εγκυκλοπαίδειές μου. Ιδού: «Η συνείδηση του ορίου» αποτελεί την κεντρική φιλοσοφική ραχοκοκαλιά του έργου του Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν (1889-1951), ο οποίος αφιέρωσε τη σκέψη του στο να χαρτογραφήσει τα όρια ανάμεσα σε αυτό που μπορεί να ειπωθεί με σαφήνεια και σε αυτό που πρέπει να αποσιωπηθεί.

Στο μοναδικό βιβλίο που εξέδωσε όσο ζούσε, ο Βίτγκενσταϊν ταυτίζει τα όρια της σκέψης με τα όρια της γλώσσας. Βασική του θέση ήταν ότι: «Τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου». Και επιπλέον: «Η γλώσσα λειτουργεί ως «καθρέφτης», ή και απεικόνιση των γεγονότων του κόσμου.»

Comments