Σκέψη της Ημέρας, όπως κάθε Τρίτη στην ραδιοφωνική μου εκπομπή "Καθρέφτης" στο ertnewsradio, μας έρχεται από την Βίβιαν Αβρααμίδου Πλουμπή, συγγραφέα και στατιστικολόγο, κατάγεται από την ερειπωμένη και υπό τουρκική κατοχή, Αμμόχωστο. Την περασμένη Τρίτη 10 του μηνός, μας μίλησε για κάτι, το βλέπετε στον τίτλο, που, δυστυχώς, δεν είναι αυτονόητο:
Χτες έπιασα τον εαυτό μου να φουντώνει, όταν μια
δημοσιογράφος, με την οποία κατά καιρούς έχω συμφωνήσει σε πολλά και την εκτιμώ
βαθιά, είπε κάτι που με βρήκε κάθετα αντίθετη. Εκνευρίστηκα, όχι τόσο για το
περιεχόμενο όσων είπε, όσο για το γεγονός ότι τόλμησε να σκεφτεί διαφορετικά
από μένα — λες και είχαμε κάποτε συνάψει μια σιωπηρή συμφωνία διαρκούς
ταύτισης.
Η αντίδραση αυτή δεν είχε να κάνει με την πολιτική διαφωνία καθαυτή, αλλά με μια πιο υπόγεια προσδοκία: ότι όταν εκτιμούμε κάποιον δημόσια, όταν τον έχουμε εντάξει στο εσωτερικό μας «στρατόπεδο», οφείλει να μας επιβεβαιώνει.
Να μην παρεκκλίνει. Να μην μας αναγκάζει να ξαναδούμε τις δικές μας κρίσεις.
Στη δημόσια σφαίρα, η εκτίμηση σπάνια μένει αυτό που είναι — μια αναγνώριση συγκεκριμένων θέσεων ή διαδρομών. Πολύ εύκολα μετατρέπεται σε ταύτιση και από εκεί σε άτυπη υποχρέωση συνολικής συμφωνίας.
Αν κάποιος μας εξέφρασε χθες, νιώθουμε ότι πρέπει να μας εκφράζει και σήμερα. Αν τον υπερασπιστήκαμε τότε, πρέπει να τον υπερασπιζόμαστε και τώρα, ακόμη κι όταν διαφωνούμε.
Κάπως έτσι, η κριτική αρχίζει να μοιάζει με προδοσία. Όχι τόσο προς τον άλλον, όσο προς τον εαυτό μας. Γιατί αν παραδεχτούμε ότι διαφωνούμε σήμερα, φοβόμαστε μήπως ακυρώσουμε τη χθεσινή μας αποδοχή. Το ίδιο σχήμα λειτουργεί και αντίστροφα: δυσκολευόμαστε να αναγνωρίσουμε κάτι σωστό σε όσους έχουμε απορρίψει, σαν να φοβόμαστε ότι μια μεμονωμένη συμφωνία θα υπονομεύσει όλη την προηγούμενη κριτική μας.
Όμως η κρίση δεν είναι συνολικό συμβόλαιο. Δεν ακυρώνεται ούτε επικυρώνεται εφάπαξ. Είναι διαδικασία που αντέχει τις αντιφάσεις. Μπορεί να χωρά ταυτόχρονα συμφωνία και διαφωνία, εκτίμηση και κριτική, χωρίς να ζητά από εμάς πίστη ή συνέπεια χωρίς ρωγμές.
Όταν αυτό δεν το αντέχουμε, δεν κρίνουμε πια θέσεις αλλά διαδρομές. Δεν ακούμε τι λέγεται, αλλά ποιος το λέει. Και έτσι ανοίγει ο δρόμος για τον οπαδισμό — κατ’ αρχήν όχι τον θορυβώδη, αλλά τον ήσυχο και καθημερινό.
Εκείνον που δεν χρειάζεται συνθήματα, γιατί αρκείται στην ανάθεση. Κάποιος άλλος σκέφτεται για εμάς, κι εμείς απλώς συναινούμε ή απορρίπτουμε συνολικά.
Ο οπαδισμός δεν είναι απλώς υπερβολή ή συναισθηματική εμπλοκή. Είναι ένας μηχανισμός που ακυρώνει σταδιακά την κρίση, γιατί απλοποιεί τον κόσμο σε στρατόπεδα. Όταν εγκαθίσταται, δεν χρειάζεται πια επιχειρήματα — αρκεί η ταυτότητα.
Έτσι δικαιολογούνται θέσεις που υπό άλλες συνθήκες θα μας προβλημάτιζαν, απορρίπτονται απόψεις που θα άξιζαν προσοχής και κανονικοποιούνται επιλογές που, χωρίς το φίλτρο της «δικής μας πλευράς», θα έμοιαζαν αδιανόητες. Σε αυτή τη λογική, ο οπαδισμός δεν είναι απλώς πνευματική τεμπελιά· μπορεί να γίνει πολιτικά και κοινωνικά καταστροφικός, γιατί μετατρέπει τη σκέψη σε αντανακλαστικό και τη διαφωνία σε απειλή.
Το ζητούμενο δεν είναι να βρίσκουμε ανθρώπους, κόμματα ή φωνές με τις οποίες θα συμφωνούμε σε όλα. Είναι να μπορούμε να αντέχουμε τη διαφωνία χωρίς να καταρρέει ούτε η εκτίμηση ούτε η κριτική μας. Να λέμε «σε αυτό συμφωνώ, σε εκείνο διαφωνώ», χωρίς να νιώθουμε ότι προδίδουμε μια παλιά στάση ή ότι ακυρώνουμε τον εαυτό μας. Γιατί η αποδοχή δεν είναι όρκος πίστης και η απόρριψη δεν είναι ισόβια καταδίκη. Και όταν δυσκολευόμαστε να το παραδεχτούμε, το πρόβλημα δεν είναι ότι οι άλλοι αλλάζουν. Είναι ότι εμείς φοβόμαστε να ασκήσουμε ξανά την κρίση μας.
(*) Illustration: The Art of Critical Thinking, by Angasa Elimu
